Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Βιολογικό ταχίνι μας κάνει καλό


100% αλεσμένο σουσάμι, το ταχίνι διατηρεί στο ακέραιο όλα τα ευεργετικά συστατικά του πολύτιμου αυτού σπόρου. Με άλλα λόγια, είναι ένα τρόφιμο φυτικής προέλευσης, το οποίο είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε πρωτεΐνη, αντιοξειδωτικές ουσίες αλλά και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, τα οποία είναι απαραίτητα στην καθημερινή διατροφή μας.


Λόγω των ιδιοτήτων που περιέχει το βιολογικό ταχίνι ολικής αλέσεως έχει χαρακτηριστεί ως υπέρ-τροφή. Χάρη στη σύστασή του και στα πλαίσια ενός ισορροπημένου διαιτολογίου, μπορεί να συμβάλλει στην πρόσληψη πρωτεΐνης, βιταμινών του συμπλέγματος Β, ασβεστίου, μαγνησίου, ψευδαργύρου, φωσφόρου και πολυακόρεστων λιπαρών οξέων. Προλαμβάνει την οστεοπόρωση, προστατεύει την καρδιά, ενισχύει τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και οχυρώνει τον οργανισμό.

Το σουσάμι έχει πολλές θρεπτικές ιδιότητες, πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας και πολλές βιταμίνες (Β1, Β2, Ε, νιασίνη), ιδιαίτερα χρήσιμες για ευαίσθητες ηλικιακές ομάδες, όπως είναι τα παιδιά. Περιέχει 20% πρωτεΐνες, εύπεπτες, πλούσιες σε θειούχα αμινοξέα (μεθειονίνη, αργινίνη, λευκίνη, τρυπτοφάνη), τα οποία συνδυαζόμενα με τροφές που περιέχουν λυσίνη, αποκτούν μεγαλύτερη διατροφική αξία και συνεισφέρουν στην καλή υγεία πολλών οργάνων, όπως το συκώτι και τα νεφρά. Περιέχει επίσης υδατάνθρακες (20%) κυρίως με τη μορφή των φυτικών ινών, οι οποίες βοηθούν στην ομαλή λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος, καθώς και καλής ποιότητας λίπος (50%), κυρίως μονοακόρεστα ή πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (ω-6), που συμβάλλουν στη μείωση της χοληστερόλης.

Σε σύγκριση με άλλα γλυκά, όπως η σοκολάτα και τα παράγωγά της, το βιολογικό ταχίνι υπερτερεί διότι περιέχει ελάχιστα κορεσμένα λιπαρά.

Είναι πλούσιο σε ασβέστιο (για την πρόληψη της οστεοπόρωσης), σίδηρο (για τη σωματική και πνευματική ευεξία), κάλιο και ψευδάργυρο (για την αύξηση της άμυνας του οργανισμού), φώσφορο, μαγνήσιο (δρα καταπραϋντικά, ηρεμιστικά, μειώνει τους πονοκεφάλους και τις ημικρανίες), μαγγάνιο και σελήνιο (έχουν έντονη αντιοξειδωτική δράση, καθώς καταπολεμούν τις ρίζες), χαλκό (για τη μείωση των πόνων στις αρθρώσεις), ενώ είναι καλή πηγή φυτοστερολών και λιγνανών (σεσαμίνη, σεσαμολίνη) που δρουν αντιοξειδωτικά, αποτοξινωτικά και φαρμακευτικά (μειώνουν την χοληστερίνη και την υπέρταση) στον οργανισμό.

Η βιταμίνη Ε (που προστατεύει τον οργανισμό από τη γήρανση) και που περιέχεται σε μεγαλύτερο ποσοστό από το ελαιόλαδο, δρα προστατευτικά στον οργανισμό από τις φθορές που προκαλούν οι παραγόμενες ελεύθερες ρίζες και τα υποπροϊόντα μεταβολισμού. Διαθέτει επίσης αντικαρκινική δράση (Ca μαστού) και ανασταλτική σε χρόνιες παθήσεις (καρδιαγγειακές παθήσεις, καταρράκτη, διαβήτη, νόσο Αλτσχάιμερ, νόσο του Πάρκινσον). Τέλος,δεν περιέχει καθόλου χοληστερίνη.

Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν το τμήμα Χημείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης να προσδιορίσει τα ακριβή συστατικά του σουσαμιού και κατ’ επέκταση του ταχινιού και να αξιολογήσει τις δράσεις του. Η έρευνα αυτή κατέληξε σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα. Αρχικά, πιστοποιήθηκε το γεγονός ότι το ταχίνι περιέχει σημαντικές ποσότητες λιγνάνων και φαινολικών ενώσεων με πολύ έντονη αντιοξειδωτική δράση. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στον καταναλωτή να χρησιμοποιεί το ταχίνι ως πηγή ω λιπαρών οξέων, που αποδεδειγμένα συμβάλλουν στο καλύτερο έλεγχο της χοληστερίνης αίματος.

Βάση, λοιπόν, αυτών των πρόσφατων ευρημάτων θα πρέπει να θεωρήσουμε το βιολογικό ταχίνι ως ένα σημαντικό τρόφιμο υψηλής διατροφικής αξίας, που πρέπει να αποτελεί κομμάτι της καθημερινής διατροφής όλων, ως μέρος του πρωινού, των σνακ ή ακόμα και των κυρίως γευμάτων, στην προσπάθεια για μια πιο υγιεινή διατροφή.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Μέλι βελανιδιάς


Έχει λίγο καιρό που μέλι βελανιδιάς έχει μπει στην καθημερινότητά μας. Χρειάστηκε να δημοσιοποιηθεί μια έρευνα, για να διαπιστώσουν όλοι ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερο μέλι. Γευστικό και ωφέλιμο κερδίζει στα... σημεία ακόμη και το γνωστό σε όλο τον κόσμο μέλι μανούκα. Έχει λίγους μήνες που στην Ελλάδα γίνεται προσπάθεια ανάδειξης του μελιού. Ένα από τα μέλια που έχει ελληνική... πιστοποίηση αποτελεί το μέλι βελανιδιάς Έπαινος το οποίο γευστικά θεωρείται από τα καλύτερα του είδους.

Η Χρυσούλα Τανανάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια κι επικεφαλής του Εργαστηρίου Μελισσοκομίας και Σηροτροφίας στο Τμήμα Γεωπονίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης του Τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ μίλησε στο το 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επαγγελματικής Μελισσοκομίας που έγινε στην Αλεξανδρούπολη για την αντιοξειδωτική δράση του μελιού ενάντια στις ελεύθερες ρίζες οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν εκφυλισμό του κυττάρου και να δημιουργήσουν καρκινικούς όγκους. Ως ισχυρό διατροφικό αντιοξειδωτικό, το μέλι μπορεί να προλάβει ασθένειες. Η αντιβακτηριδιακή δράση του οφείλεται στο υπεροξείδιο του υδρογόνου που δημιουργείται από τη διάσπαση γλυκόζης που περιέχει.

Στο εργαστήριο του ΑΠΘ επέλεξαν, όπως εξήγησε, 48 δείγματα από πεύκο, βελανιδιά, ερείκη, καστανιά, manuka, το οποίο μάλιστα κατέκτησε την παγκόσμια αγορά διαφημιζόμενο για τη βιολογική του δράση. Στην εξέταση της αντιοξειδωτικής τους δράσης αναδείχθηκε ως ισχυρότερο το σκουρόχρωμο μέλι βελανιδιάς, ενώ ακολουθούν το έλατο, το ερείκη, η καστανιά και το πεύκο. Εντοπίστηκε επίσης ότι τα «φημισμένα» λόγω αρώματος μέλια από πορτοκάλι και θυμάρι είναι χαμηλά σε αντιοξειδωτική δράση.

Στην Ελλάδα το μέλι βελανιδιάς είναι γνωστό από τα παλιά. Το συγκεκριμένο μέλι αποτελεί μια από τις τρεις κατηγορίες παραγόμενου μελιού μελιτώματος στην Ελλάδα. Αρκετή ποσότητα δίνουν τα δάση που βρίσκονται στις οροσειρές Ροδόπης και Κερκίνης (Μπέλλες), στην Κεντρική και Νότια Πίνδο, στο Πήλιο και στην Κεντρική Πελοπόννησο (κυρίως στο δάσος της Φολόης). Φυσικά και στο εξωτερικό συναντούμε το μέλι, καθώς σημαντικές ποσότητες παράγουν η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ισπανία και η Ολλανδία. Από την άλλη ικανοποιητική, αλλά σαφώς μικρότερη παραγωγή έχουν άλλες χώρες της κεντρικής Ευρώπης και της Σκανδιναβίας.

Στην περίπτωση της βελανιδιάς δεν έχουμε παραγωγή μελιτωμάτων από ένα μελιτογόνο έντομο, όπως γίνεται με το πεύκο, αλλά οι αφίδες και τα κοκκοειδή που παρασιτούν είναι πολλά και διαφέρουν από είδος σε είδος και από περιοχή σε περιοχή. Η παραγωγή μελιού Βελανιδιάς δεν επιτυγχάνεται κάθε χρόνο. Στην Ελλάδα για παράδειγμα μεγάλες ποσότητες βελανιδιάς μπορούν να πάρουν οι μελισσοκόμοι κάθε πέντε χρόνια.

Το μέλι που παράγεται από τη βελανιδιά είναι σκούρου χρώματος (καφέ - μαύρο) και οι μελισσοκόμοι το χαρακτηρίζουν ως μέλι «μελούρα» ή μέλι από δέντρο. Οι αποδόσεις ανά κυψέλη ποικίλουν και μπορεί να φτάσουν σε μια καλή μελισσοκομική χρονιά πάνω από 35 κιλά ανά κυψέλη. Η διάρκεια συλλογής ξεκινά από τον Ιούνιο με μελιτώδεις εκκρίσεις φύλλων της βελανιδιάς και μπορεί να φτάσει έως τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου με μελιτώματα από τα βελανίδια.

Παλιότεροι οι μελισσοκόμοι δεν θεωρούσαν το μέλι βελανιδιάς ως “καλό”, καθώς οι Έλληνες θεωρούν και θεωρούσαν ως καλό μέλι τα ανοιχτόχρωμο. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, το μέλι βελανιδιάς έγινε in και θεωρείται από πολλούς επιτακτική ανάγκη λόγω της μεγάλης ζήτησης. Όσον αφορά τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει υψηλές τιμές ηλεκτρικής αγωγιμότητας, οξύτητας και διαστάσης. Το άθροισμα γλυκόζης και φρουκτόζης σε όλες τις περιπτώσεις ανταποκρίνεται στις νομοθετημένες απαιτήσεις των μελιών μελιτώματος. Χαρακτηριστικά χαμηλές είναι οι τιμές της χρωματικής παραμέτρου L με μέσο όρο 31,3 μονάδες CIE. Οι τιμές της παραμέτρου αυτής σχετίζονται με το κατά πόσο το μετρούμενο υλικό είναι μαύρο ή άσπρο, με το L να λαμβάνει αντίστοιχα τιμές 0 έως 100. Οι χαμηλές τιμές αυτής της παραμέτρου αντικατοπτρίζουν με μετρούμενες μονάδες το ιδιαίτερα σκούρο χρώμα του μελιού.

Σήμερα το μέλι βελανιδιάς Έπαινος είναι εξίσου αρεστό στους καταναλωτές, όπως και το μέλι θυμαριού. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να κερδίσει γευστικά τους περισσότερους Έλληνες...