Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

ΕΡΕΥΝΑ ΑΓΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ


Α. Εξωτερικό εμπόριο της Σουηδίας

Η οικονομία της Σουηδίας βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης, βασιζόμενη σε επεκτατική πολιτική και στην αύξηση της ζήτησης για τις εξαγωγές της. Η αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων αναμένεται να δώσουν την κύρια ώθηση στην ανάκαμψη της οικονομίας της χώρας. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος αρνητικών επιδράσεων στη σουηδική οικονομία από τα προβλήματα των κρατικών ελλειμμάτων σε άλλες χώρες και τους τρόπους αντιμετώπισής τους. Το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 5,7% το 2010, ενώ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 4,4% το 2011 και 2,9% το 2012.

Κύριοι λόγοι της παρατηρούμενης ανάκαμψης είναι η ακολουθούμενη επεκτατική πολιτική και η αυξανόμενη διεθνής ζήτηση για τα σουηδικά εξαγόμενα προϊόντα. Οι ενθαρρυντικές αυτές εξελίξεις έχουν προκαλέσει αύξηση των δεικτών εμπιστοσύνης τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα μείωση της προληπτικής αποταμίευσης και αύξηση της πραγματικής καταναλωτικής δαπάνης.

Η αξία των εξαγωγών  της χώρας κατά το 2010 ανήλθε σε  1,13 τρισ. κορόνες Σουηδίας, παρουσιάζοντας  αύξηση κατά 14% σε σχέση με το 2009,  ενώ το ίδιο διάστημα οι εισαγωγές ήταν της τάξεως του 1,06 τρισ. κορόνες, δηλαδή υπήρξε αύξηση κατά 16,9% συγκριτικά με το 2009. Το 2010, το πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας έφθασε τα  68,9 δισ. κορόνες. Όσον αφορά στο τρέχον έτος, κατά το διάστημα Ιανουάριος - Μάιος 2011, οι εξαγωγές ανήλθαν σε 512 δισ. κορόνες και οι εισαγωγές σε 477,3 δισ. κορόνες ενώ το πλεόνασμα για τους πρώτους πέντε μήνες του 2011 ήταν 34,7 δισ. κορόνες.

Β. Το ελαιόλαδο στη σουηδική αγορά

Η προτίμηση των Σουηδών για κατανάλωση ελαιολάδου γίνεται εντονότερη με την πάροδο του χρόνου, εντασσόμενη στη γενικότερη στροφή προς υγιεινότερες διατροφικές συνήθειες (μεσογειακή κουζίνα, ελαιόλαδο κ.λπ.) και προς νέες κουζίνες και γεύσεις (π.χ. εξωτικά μη ευρωπαϊκά προϊόντα). Η εισαγωγή ελαιολάδου γίνεται κυρίως από τις ομογενειακές επιχειρήσεις εισαγωγής ελληνικών τροφίμων (π.χ. Meletis Imports, Fontana Food κ.ά.), ενώ η λιανική διακίνηση γίνεται από τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ-μάρκετ ειδών διατροφής στη Σουηδία (ICA, COOP, LIDL κ.λπ.).

Όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, η Ελλάδα, κατά την πάροδο των τελευταίων ετών, είναι στην τρίτη θέση όσον αφορά στις εξαγωγές ελαιολάδου στη Σουηδία, τόσο σε ποσότητες όσο και σε αξία. Στην πρώτη θέση της κατάταξης βρίσκεται η Ιταλία και ακολουθεί η Ισπανία. 

Επίσης, λόγω της μικρής σχετικά κατανάλωσης ελαιολάδου στη Σουηδία, τουλάχιστον σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι συσκευασίες που διατίθεται το ελαιόλαδο στην αγορά της Σουηδίας είναι συνήθως μικρότερες από ό,τι συμβαίνει στις μεσογειακές χώρες. Παρατίθενται ενδεικτικές τιμές λιανικής των διαφόρων συσκευασιών, με κατά προσέγγιση προσδιορισμό του εύρους διακύμανσης (σημ. ισοτιμία 1 ευρώ = 9,20 SΕΚ περίπου):

250 ml:  35-45 SΕΚ
500 ml:  45-60 SΕΚ
750 ml:  50-70 SΕΚ
1  lt  :    75-90 SΕΚ
2  lt  :   145-165 SΕΚ

Σημειώνεται ότι το βιολογικό ελαιόλαδο που πωλείται είναι πιο ακριβό από τις τιμές που αναγράφονται παραπάνω για τις ίδιες συσκευασίες, ενώ το ελαιόλαδο που διατίθεται με την επωνυμία του εκάστοτε καταστήματος ή super-market διακύμανσης (π.χ. ελαιόλαδο ICA) έχει χαμηλότερη τιμή από τα υπόλοιπα. Οι μεγάλες συσκευασίες των 5 λίτρων συνήθως δεν διατίθενται σε καταστήματα εντός του κέντρου της πόλης αλλά σε περιορισμένα μεγάλα super-markets, μακριά από το κέντρο.

Γ. Κέντρα και δίκτυα διανομής


Η διανομή των προϊόντων, όπως έχει εξελιχθεί σήμερα, χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Σχεδόν δύο τρίτα του συνόλου των εισαγωγών διακινούνται από τους εισαγωγείς-χονδρεμπόρους. Τα καταναλωτικά αγαθά και οι βιομηχανικές πρώτες ύλες εισάγονται συνήθως με τον τρόπο αυτό. Τα κύρια κέντρα διανομής είναι η Στοκχόλμη, το Γκέτεμποργκ, το Μάλμε και το Χέλσινγκμποργκ.

Η στρατηγική εισόδου στην αγορά ποικίλλει ανά προϊόν και τομέα. Εμπορικοί αντιπρόσωποι (agents) και αποκλειστικοί διανομείς (sole distributors) θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ευρέως στην αρχική φάση εισόδου στην αγορά.  H αρχική επίσκεψη του Έλληνα επιχειρηματία στη Σουηδία θεωρείται απαραίτητη, ή και του Σουηδού στην Ελλάδα, δεδομένου ότι οι Σουηδοί βασίζονται στην κατά πρόσωπο εντιμότητα και για να κλείσουν συμφωνία προτιμούν «να δώσουν τα χέρια» στην αρχή.

Οι τεχνικές  ανάπτυξης  πωλήσεων στη Σουηδία δεν διαφέρουν από τις υπόλοιπες αναπτυγμένες αγορές των ΗΠΑ και της Δυτ. Ευρώπης. Αποφασιστικοί παράγοντες είναι η τιμή, η ποιότητα και η ακρίβεια στην παραλαβή των εμπορευμάτων. Οι σουηδικές εταιρείες δεν αλλάζουν εύκολα προμηθευτές και πολλές εμπορικές σχέσεις διατηρούνται για δεκαετίες.

Στη Σουηδία τρεις αλυσίδες υπερκαταστημάτων κυριαρχούν στη λιανική αγορά τροφίμων, με ποσοστό μεριδίου αγοράς γύρω στο 85%. Είναι κατά σειρά η ICA, η COOP και η CITY GROSS. H τελευταία έχει κύρια παρουσία στη Νότια Σουηδία και απευθύνεται στον καταναλωτή που ψωνίζει ποσότητα άπαξ της εβδομάδος και έχει τις χαμηλότερες τιμές. Η ICA προσφέρει την καλύτερη ποιότητα με τις υψηλότερες τιμές στα μικρά  καταστήματά της σε κάθε γειτονιά, αλλά έχει και 15 υπερκαταστήματα (τα ICA MAXI), εκ των οποίων 12 στη Στοκχόλμη. Οι διευθυντές προμηθειών της εξειδικεύονται κατά ομάδες προϊόντων και συναλλάσσονται με εξειδικευμένους αποκλειστικούς αντιπροσώπους εισαγόμενων τροφίμων, είτε τυποποιημένων είτε συσκευασμένων νωπών φρούτων και λαχανικών. Η COOP δεν απευθύνεται στο ακριβό τμήμα της αγοράς, αλλά οι τιμές της δεν είναι και τόσο διαφορετικές από αυτές της ICA. Λόγω προφανώς μικρότερου τζίρου, σε ορισμένα βασικά είδη είναι μερικές φορές ακριβότερη.

Υπάρχουν επίσης αρκετές άλλες μικρότερες αλυσίδες καταστημάτων τροφίμων, τελευταία δε γνωρίζουν άνθηση τα μικρά καταστήματα στις γειτονιές με μεγάλη συγκέντρωση οικονομικών μεταναστών που αναζητούν παραδοσιακά εισαγόμενα τρόφιμα από την Αν. Μεσόγειο. Αρκετοί Σουηδοί καταναλωτές όμως ψωνίζουν και από αυτά τα καταστήματα. Επίσης τα παραδοσιακά εστιατόρια έχουν προκαλέσει ζήτηση για εισαγόμενα τρόφιμα και μαζί με τα παραπάνω μικρά καταστήματα έχουν δημιουργήσει ένα διαφορετικό δίαυλο διανομής εισαγόμενων τροφίμων. Σε αυτόν τον τομέα, ο εισαγωγέας συγκεντρώνει πολλές μικρές παραγγελίες, κάνει τις παραγγελίες όταν φτάσουν την ποσότητα ενός εμπορευματοκιβωτίου και είτε τις επανασυσκευάζει ο ίδιος και τις διανέμει απευθείας είτε συνεργάζεται με άλλον χονδρέμπορο. Οι πιο πολλές ελληνικές επιχειρήσεις στη Σουηδία δρουν με αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον αρχικά, συνδυάζοντας και εισαγόμενα οινοπνευματώδη στην τροφοδοσία εστιατορίων.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα της έκθεσης τροφίμων και ποτών OnlineExpo

Δεν υπάρχουν σχόλια: